αιματηφορος

αιματηφορος
    αἱματηφόρος
    αἱμᾰτη-φόρος
    2
    несущий кровопролитие, смертоносный
    

(μόρος Aesch.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αιματηφορος" в других словарях:

  • αιματηφόρος — αἱματηφόρος, ον (Α) αυτός που προκαλεί αιματοχυσία, αιματοβαμμένος, θανατηφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα, ατος + φόρος < φέρω το σύνθετο κατά το πρότυπο τού θανατηφόρος] …   Dictionary of Greek

  • αἱματηφόρους — αἱματηφόρος bringing blood masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»